hemorrhoid
he
ˈhɛ
he
morrh
mər
mēr
oid
ɔɪd
oyd
haemorrhoid
hæmorrhoid

Ορισμός και σημασία του "hemorrhoid"στα αγγλικά

01

αιμορροΐδα, αιμορροΐδες

a medical condition of a swollen or inflamed vein in the rectal area 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hemorrhoids
Παραδείγματα
The doctor prescribed medication to relieve the patient's hemorrhoids. 

Ο γιατρός συνέταξε φάρμακα για να ανακουφίσει τις αιμορροΐδες του ασθενούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store