hemophilia
he
ˌhi:
χι
mo
μα
phi
ˈfɪ
φι
lia
liə
λια
haemophilia
hæmophilia

Ορισμός και σημασία του "hemophilia"στα αγγλικά

01

αιμοφιλία, κληρονομική διαταραχή πήξης του αίματος

a mostly inherited genetic disorder in which the blood does not clot properly, leading to excessive or spontaneous bleeding 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store