Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hemophilia
01
αιμοφιλία, κληρονομική διαταραχή πήξης του αίματος
a mostly inherited genetic disorder in which the blood does not clot properly, leading to excessive or spontaneous bleeding
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























