Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hemicycle
01
ημικύκλιο, ημικύκλιο
a plane figure with the shape of half a circle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hemicycles
LanGeek



























