Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hellene
01
έλληνας, ελληνας
a native or inhabitant of Greece
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Hellenes
Λεξικό Δέντρο
hellenic
hellenic
hellenism
hellene



























