aplomb
Pronunciation
/əˈpɫɑm/

Ορισμός και σημασία του "aplomb"στα αγγλικά

01

ψυχραιμία, αυτοπεποίθηση

a type of manner that is composed and confident, often when one is facing a difficult situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She answered the difficult questions with the aplomb of an experienced speaker.
Απάντησε στις δύσκολες ερωτήσεις με την ψυχραιμία μιας έμπειρης ομιλήτριας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store