Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hell
01
η κόλαση, ο άδης
(in Christianity) the dwelling place of Satan and his forces, where sinners suffer eternal punishment
Παραδείγματα
The faithful pray for salvation to avoid hell.
Οι πιστοί προσεύχονται για τη σωτηρία για να αποφύγουν την κόλαση.
02
κόλαση, βασανιστήριο
any place or state characterized by intense pain, suffering, or turmoil
Παραδείγματα
Losing his home was a personal hell.
Η απώλεια του σπιτιού του ήταν ένα προσωπικό κόλαση.
03
θόρυβος, ταραχή
noisy, uncontrolled, or boisterous behavior
Παραδείγματα
The puppies created hell in the living room.
Τα κουτάβια δημιούργησαν την κόλαση στο σαλόνι.
04
κόλαση, βασίλειο των νεκρών
(in religion) the realm of the dead
Παραδείγματα
The legend speaks of punishments in hell for wrongdoers.
Ο θρύλος μιλάει για τιμωρίες στην κόλαση για τους κακοποιούς.
hell
01
Κολαση, Γαμωτο
used to express strong emotions such as anger, frustration, or disbelief
Offensive
Παραδείγματα
Hell, why wo n't this computer work?
Γαμώτο, γιατί δεν λειτουργεί αυτός ο υπολογιστής;
Λεξικό Δέντρο
hellish
hell



























