Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Heliograph
01
ηλιογράφος, συσκευή σηματοδότησης με ηλιακό φως
a device used for signaling over long distances using sunlight and a mirror, in which the mirror is used to reflect sunlight in a coded pattern to convey messages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
heliographs
to heliograph
01
ηλιογραφώ, σηματοδοτώ με ηλιόγραφο
signal by means of a mirror and the using the sun's rays
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
heliograph
γ΄ ενικό πρόσωπο
heliographs
ενεστώτα μετοχή
heliographing
απλός αόριστος
heliographed
παθητική μετοχή
heliographed
LanGeek



























