heavyset
hea
ˈhɛ
he
vy
vi
vi
set
sɛt
set

Ορισμός και σημασία του "heavyset"στα αγγλικά

01

στέρεος, ρομποτικός

having a sturdy and robust build 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most heavyset
συγκριτικός βαθμός
more heavyset
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The heavyset wrestler dominated the competition with his strength and size. 

Ο στέρεος παλαιστής κυριάρχησε στον διαγωνισμό με τη δύναμή του και το μέγεθός του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store