Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heavyset
01
στέρεος, ρομποτικός
having a sturdy and robust build
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most heavyset
συγκριτικός βαθμός
more heavyset
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The heavyset wrestler dominated the competition with his strength and size.
Ο στέρεος παλαιστής κυριάρχησε στον διαγωνισμό με τη δύναμή του και το μέγεθός του.
Λεξικό Δέντρο
heavyset
heavy
set



























