heavy cream
hea
ˈhɛ
he
vy
vi
vi
cream
kri:m
krim

Ορισμός και σημασία του "heavy cream"στα αγγλικά

01

βαρύ κρέμα, παχύ κρέμα

a rich and thick cream with a high fat content, used in cooking and baking 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
heavy creams
Παραδείγματα
She added heavy cream to the sauce to make it richer and creamier. 

Πρόσθεσε βαρύ κρέμα στη σάλτσα για να την κάνει πιο πλούσια και κρεμώδη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store