heater
hea
ˈhi:
hi
ter
headerheaverheatherhearer

Ορισμός και σημασία του "heater"στα αγγλικά

01

θερμάστρα, καλοριφέρ

a piece of equipment that produces heat to warm a place or increase the temperature of water 
heater definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
heaters
Παραδείγματα
She turned on the heater to warm up the room. 

Άναψε το θερμοσίφωνα για να ζεστάνει το δωμάτιο.

02

γρήγορη μπάλα, ρίψη με μέγιστη ταχύτητα

(baseball) a pitch thrown with maximum velocity 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store