aphrodisiac
aph
ˌæf
αιφ
ro
ρα
di
ˈdɪ
ντι
siac
ziæk
ζιαικ

Ορισμός και σημασία του "aphrodisiac"στα αγγλικά

01

αφροδισιακό, σεξουαλικό διεγερτικό

a substance or agent, such as certain foods, herbs, or drugs, that is believed to enhance or stimulate sexual desire, arousal, or performance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
aphrodisiacs
aphrodisiac
01

αφροδισιακό, ερεθιστικό της σεξουαλικής επιθυμίας

stimulating sexual desire 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most aphrodisiac
συγκριτικός βαθμός
more aphrodisiac
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sexuality, biology, effect

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

aphrodisiacal
aphrodisiac
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store