Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Heartthrob
01
είδωλο των κοριτσιών, ανδρικό σύμβολο σεξ
a male celebrity who is considered to be sexually appealing by many women
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
heartthrobs
02
αγαπημένος, είδωλο
an object of infatuation
Λεξικό Δέντρο
heartthrob
heart
throb



























