aphid
a
ˈeɪ
ei
phid
fɪd
fid

Ορισμός και σημασία του "aphid"στα αγγλικά

01

αφίδα, ψύλλος φυτών

a small bug that sucks the sap of a plant and reproduces without mating 
aphid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
aphids

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store