healthily
heal
ˈhɛl
χελ
thi
θɪ
θι
ly
li
λι
British pronunciation
/hˈɛlθɪli/

Ορισμός και σημασία του "healthily"στα αγγλικά

01

υγιεινά, λογικά

in a levelheaded manner
02

υγιεινά, με τρόπο που προωθεί την καλή υγεία

in a way that promotes or supports good health
03

υγιεινά, με υγιή τρόπο

in a way that leads to positive, successful, and satisfactory outcomes
example
Παραδείγματα
The company transitioned healthily to remote work, maintaining efficiency and employee well-being during the pandemic.
Η εταιρεία πέρασε υγιεινά στην απομακρυσμένη εργασία, διατηρώντας την αποτελεσματικότητα και την ευημερία των εργαζομένων κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store