healed
Pronunciation
/ˈhiɫd/

Ορισμός και σημασία του "healed"στα αγγλικά

01

θεραπευμένος, αναρρώνων

freed from illness or injury
healed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most healed
συγκριτικός βαθμός
more healed
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

unhealed
healed
heal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store