Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heady
01
παρορμητικός, τολμηρός
marked by defiant disregard for danger or consequences
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
headiest
συγκριτικός βαθμός
headier
διαβαθμίσιμο
02
μεθυστικός, συναρπαστικός
extremely exciting, intense, or intoxicating
Παραδείγματα
The victory gave the team a heady sense of triumph.
Η νίκη έδωσε στην ομάδα μια μεθυστική αίσθηση θριάμβου.
03
φρόνιμος, συνετός
marked by the exercise of good judgment or common sense in practical matters
Λεξικό Δέντρο
heady
head



























