heady
hea
ˈhɛ
he
dy
di
di
heavy

Ορισμός και σημασία του "heady"στα αγγλικά

01

παρορμητικός, τολμηρός

marked by defiant disregard for danger or consequences 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
headiest
συγκριτικός βαθμός
headier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, temperament, risk
02

μεθυστικός, συναρπαστικός

extremely exciting, intense, or intoxicating 
Παραδείγματα
The victory gave the team a heady sense of triumph. 

Η νίκη έδωσε στην ομάδα μια μεθυστική αίσθηση θριάμβου.

03

φρόνιμος, συνετός

marked by the exercise of good judgment or common sense in practical matters 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

heady
head
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store