to have got
Pronunciation
/hæv ɡˈɑːt/

Ορισμός και σημασία του "have got"στα αγγλικά

to have got
01

έχω, κατέχω

to own or hold possession of an object, quality, or status
Dialectbritish flagBritish
Transitive: to have got sth
to have got definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
got
βασικό ρήμα
have
ενεστώτας
have got
γ΄ ενικό πρόσωπο
has got
ενεστώτα μετοχή
having got
απλός αόριστος
had got
παθητική μετοχή
had got
Παραδείγματα
Have you got a minute to talk?
Έχεις ένα λεπτό να μιλήσουμε;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store