to have a ball
have
hæv
χαιβ
a
ə
α
ball
bɔ:l
μπολ

Ορισμός και σημασία του "have a ball"στα αγγλικά

to have a ball
01

περνάω τέλεια, το καταευχαριστιέμαι

to enjoy oneself to a great extent 
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Outside the boys were sitting on the ground and, judging by the gales of laughter, they were having a ball. 

Χθες στην παραλία περάσαμε τέλεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store