Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hatching
01
σκιαγράφηση, τεχνική σχεδίασης με παράλληλες γραμμές
a drawing technique that involves using closely spaced parallel lines to indicate the form and shape of an object
02
εκκόλαψη, γέννηση
the production of young from an egg
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
hatching
hatch



























