hatching
hat
ˈhæ
ching
ʧɪng
ching
hatchling

Ορισμός και σημασία του "hatching"στα αγγλικά

01

σκιαγράφηση, τεχνική σχεδίασης με παράλληλες γραμμές

a drawing technique that involves using closely spaced parallel lines to indicate the form and shape of an object 
hatching definition and meaning
02

εκκόλαψη, γέννηση

the production of young from an egg 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hatchings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store