hasten
hast
ˈheɪs
χεισ
en
ən
αν
/hˈe‍ɪstən/

Ορισμός και σημασία του "hasten"στα αγγλικά

to hasten
01

βιάζομαι, επιταχύνω

to accelerate one's movement with a sense of speed or urgency
to hasten definition and meaning
02

βιάζομαι, επισπεύδω

act or move at high speed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hasten
γ΄ ενικό πρόσωπο
hastens
ενεστώτα μετοχή
hastening
απλός αόριστος
hastened
παθητική μετοχή
hastened
03

επισπεύδω, επιταχύνω

speed up the progress of; facilitate
04

επισπεύδω, βιασύνω

cause to occur rapidly
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store