Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hasten
01
βιάζομαι, επιταχύνω
to accelerate one's movement with a sense of speed or urgency
02
βιάζομαι, επισπεύδω
act or move at high speed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hasten
γ΄ ενικό πρόσωπο
hastens
ενεστώτα μετοχή
hastening
απλός αόριστος
hastened
παθητική μετοχή
hastened
03
επισπεύδω, επιταχύνω
speed up the progress of; facilitate
04
επισπεύδω, βιασύνω
cause to occur rapidly



























