Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Has-been
01
πρώην διάσημος, παλιά διασημότητα
a person who was once considered famous or successful, but is no longer popular
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
has-beens



























