Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Harp
01
άρπα, έγχορδο μουσικό όργανο
a triangular musical instrument with a row of strings that are stretched vertically, played with the fingers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
harps
Παραδείγματα
She practiced the harp diligently every day to prepare for the upcoming recital.
Εξασκούνταν με επιμέλεια στην άρπα κάθε μέρα για να προετοιμαστεί για το επερχόμενο ρεσιτάλ.
02
αρμόνικα, αρμόνικα στόματος
a small rectangular wind instrument with rows of free reeds set in air holes, sounded by blowing into selected holes
Παραδείγματα
He plays a folk tune on the harp.
Παίζει ένα λαϊκό μέλος στην άρπα.
03
βάση λάμπας, τόξο αμπαζούρ
a pair of curved vertical supports forming part of a lampshade frame
Παραδείγματα
The lamp requires a harp to hold the shade.
Η λάμπα απαιτεί ένα τόξο για να κρατά τη σκίαση.
to harp
01
επιμένω, επαναλαμβάνω
to repeatedly return to a topic, idea, or point, often insistently or tediously
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
harp
γ΄ ενικό πρόσωπο
harps
ενεστώτα μετοχή
harping
απλός αόριστος
harped
παθητική μετοχή
harped
Παραδείγματα
She harps on the importance of punctuality during meetings.
Εκείνη επιμένει συνεχώς στη σημασία της ακρίβειας κατά τις συναντήσεις.
02
παίζω άρπα, αρπίζω
to perform music on a harp
Παραδείγματα
She harps at the recital with skill and grace.
Αυτή παίζει άρπα στο ρεσιτάλ με δεξιότητα και χάρη.
Λεξικό Δέντρο
autoharp
harpist
harp



























