Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aortic
01
αορτικός, σχετικός με την αορτή
associated with the body's largest artery, the aorta, which carries oxygen-rich blood from the heart to the rest of the body
Παραδείγματα
Aortic surgery may be necessary to repair or replace damaged portions of the aorta, depending on the severity of the condition.
Η αορτική χειρουργική επέμβαση μπορεί να είναι απαραίτητη για την επισκευή ή την αντικατάσταση κατεστραμμένων τμημάτων της αορτής, ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασης.



























