hardcover
hard
ˈhɑ:d
haad
co
ˌkʌ
ka
ver

Ορισμός και σημασία του "hardcover"στα αγγλικά

01

σκληρό εξώφυλλο, βιβλίο με σκληρό εξώφυλλο

a book with a cover made from stiff material such as cardboard, leather, etc. 
Dialectamerican flagAmerican
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hardcovers
Παραδείγματα
He opted for the hardcover, knowing it would withstand the wear and tear of frequent readings. 

Επέλεξε το σκληρό εξώφυλλο, γνωρίζοντας ότι θα αντέξει στη φθορά των συχνών αναγνώσεων.

01

σκληρό εξώφυλλο, δεμένο

having a rigid or stiff back and cover, typically for a book 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bookstore displayed the hardcover copies prominently. 

Το βιβλιοπωλείο παρουσίασε τα αντίτυπα σκληρόδετα σε εμφανή θέση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store