Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hardcover
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hardcovers
Παραδείγματα
He opted for the hardcover, knowing it would withstand the wear and tear of frequent readings.
Επέλεξε το σκληρό εξώφυλλο, γνωρίζοντας ότι θα αντέξει στη φθορά των συχνών αναγνώσεων.
hardcover
01
σκληρό εξώφυλλο, δεμένο
having a rigid or stiff back and cover, typically for a book
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
books, publishing
Παραδείγματα
The bookstore displayed the hardcover copies prominently.
Το βιβλιοπωλείο παρουσίασε τα αντίτυπα σκληρόδετα σε εμφανή θέση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hardcover
hard
cover



























