anus
Pronunciation
/ˈeɪnəs/
anus

Ορισμός και σημασία του "anus"στα αγγλικά

01

πρωκτός, κώλος

a hole at the end of an animal or human's body from which the faeces leaves the body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anuses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store