Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anus
01
πρωκτός, κώλος
a hole at the end of an animal or human's body from which the faeces leaves the body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
anuses
LanGeek



























