happy hour
happy
hæpi
hāpi
hour
aʊə
awe

Ορισμός και σημασία του "happy hour"στα αγγλικά

01

ευτυχισμένη ώρα, happy hour

a time when bars offer discounted prices on drinks to attract customers 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
happy hours
Παραδείγματα
During happy hour, we enjoy half-priced cocktails at our favorite bar. 

Κατά τη διάρκεια της happy hour, απολαμβάνουμε κοκτέιλ στη μισή τιμή στο αγαπημένο μας μπαρ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store