Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hang around
[phrase form: hang]
01
περιφέρομαι, χαζεύω
to spend time in a place, often without a specific purpose or activity
Intransitive
Transitive: to hang around a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
hang
ενεστώτας
hang around
γ΄ ενικό πρόσωπο
hangs around
ενεστώτα μετοχή
hanging around
απλός αόριστος
hung around
παθητική μετοχή
hung around
Παραδείγματα
The dog loves to hang around the kitchen while his owner cooks.
Ο σκύλος λατρεύει να περιφέρεται στην κουζίνα ενώ ο ιδιοκτήτης του μαγειρεύει.



























