Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hang around
01
περιφέρομαι, χαζεύω
to spend time in a place, often without a specific purpose or activity
Intransitive
Transitive: to hang around a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
hang
ενεστώτας
hang around
γ΄ ενικό πρόσωπο
hangs around
ενεστώτα μετοχή
hanging around
απλός αόριστος
hung around
παθητική μετοχή
hung around
Παραδείγματα
After school, the students like to hang around the playground until their parents arrive.
Μετά το σχολείο, οι μαθητές αρέσκονται να περιφέρονται γύρω από την παιδική χαρά μέχρι να έρθουν οι γονείς τους.



























