handset
hand
ˈhænd
hānd
set
sɛt
set

Ορισμός και σημασία του "handset"στα αγγλικά

01

ακουστικό, τηλεφωνική συσκευή

the part of the phone held to the ear through which one can listen and speak 
handset definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
handsets
Παραδείγματα
She picked up the handset to answer the incoming call. 

Σήκωσε το ακουστικό για να απαντήσει στην εισερχόμενη κλήση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store