Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hand mirror
01
χειροκίνητος καθρέφτης, μικρός καθρέφτης
a small, handheld reflective surface used to view one's own reflection
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hand mirrors
LanGeek



























