hand mirror
Pronunciation
/hˈænd mˈɪɹɚ/

Ορισμός και σημασία του "hand mirror"στα αγγλικά

01

χειροκίνητος καθρέφτης, μικρός καθρέφτης

a small, handheld reflective surface used to view one's own reflection
hand mirror definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hand mirrors
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store