Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Handbrake
01
χειρόφρενο, χειροκίνητο φρένο
a brake operated by hand; usually operates by mechanical linkage
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
handbrakes
LanGeek



























