Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hand blower
01
χειροκίνητο πιστολάκι, φορητό πιστολάκι μαλλιών
a hand-held electric blower that can blow warm air onto the hair; used for styling hair
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hand blowers



























