hallucinatory
Pronunciation
/həˈɫusənəˌtɔɹi/

Ορισμός και σημασία του "hallucinatory"στα αγγλικά

hallucinatory
01

παραισθητικός, παραισθησιογόνος

experiencing unreal sensations, often treated for mental health or substance-related reasons
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hallucinatory
συγκριτικός βαθμός
more hallucinatory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Substance abuse can lead to hallucinatory effects.
Η κατάχρηση ουσιών μπορεί να οδηγήσει σε παραισθησιακές επιδράσεις.

Λεξικό Δέντρο

hallucinatory
hallucinate
hallucin
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store