half-time
Pronunciation
/ˈhæfˌtaɪm/

Ορισμός και σημασία του "half-time"στα αγγλικά

01

μισή απασχόληση, με μερική απασχόληση

working or involving half the routine work hours
half-time definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
01

ημίχρονο, διάλειμμα

a short break between two halves of a game or match
half-time definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
half-times
Παραδείγματα
They reviewed their mistakes at half-time.
Εξέτασαν τα λάθη τους στο ημίχρονο.
01

μισόχρονο, μερικής απασχόλησης

involving half the standard or customary time for an activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store