antiviral
an
ˌæn
αιν
ti
ti
τι
vi
ˈvaɪ
βαι
ral
rəl
ραλ
/ˌæntɪvˈa‍ɪ‍əɹə‍l/

Ορισμός και σημασία του "antiviral"στα αγγλικά

01

αντιιικός, αντιιικό φάρμακο

a drug that fights viral infections
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
antivirals
Παραδείγματα
Healthcare providers may recommend antivirals as a preventive measure for individuals at high risk of certain viral infections, such as influenza or cytomegalovirus.
Οι πάροχοι υγειονομικής περίθαλψης μπορούν να συνιστούν αντιιικά ως προληπτικό μέτρο για άτομα με υψηλό κίνδυνο ορισμένων ιογενών λοιμώξεων, όπως η γρίπη ή ο κυτταρομεγαλοϊός.
01

αντιιικός, αντιϊοτικός

inhibiting or destroying the growth and replication of viruses
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Antiviral treatments are often administered to patients with herpes simplex virus infections.
Οι αντιιικές θεραπείες συχνά χορηγούνται σε ασθενείς με λοιμώξεις από τον ιό του απλού έρπητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store