hairpin
hair
ˈhɛə
heē
pin
pɪn
pin

Ορισμός και σημασία του "hairpin"στα αγγλικά

01

φουρκέτα, κλιπ για μαλλιά

a thin, usually metal, tool used to secure hair in place and create various hairstyles 
hairpin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hairpins
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store