hairpiece
hair
ˈhɛə
heē
piece
pi:s
pis

Ορισμός και σημασία του "hairpiece"στα αγγλικά

01

περούκα, ψεύτικα μαλλιά

a piece of false hair that is used in some hairstyles 
hairpiece definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hairpieces

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hairpiece

hair

+

piece

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store