hairdresser
Pronunciation
/ˈhɛrˌdrɛsɚ/

Ορισμός και σημασία του "hairdresser"στα αγγλικά

01

κομμωτής, κομμώτρια

someone ‌whose job is to cut, wash and style hair
hairdresser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hairdressers
Παραδείγματα
The hairdresser is always busy on Saturdays.
Ο κουρέας είναι πάντα απασχολημένος τα Σάββατα.

Λεξικό Δέντρο

hairdresser

hair

+

dresser

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store