hairdresser
hair
ˈhɛə
heē
dre
ˌdrɛ
dre
sser

Ορισμός και σημασία του "hairdresser"στα αγγλικά

01

κομμωτής, κομμώτρια

someone ‌whose job is to cut, wash and style hair 
hairdresser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hairdressers
Παραδείγματα
I trust my hairdresser to choose the best look for me. 

Εμπιστεύομαι τον κομμωτή μου να επιλέξει το καλύτερο look για μένα.

Λεξικό Δέντρο

hairdresser

hair

+

dresser

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store