Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to haggle
01
παζαρεύω, διαπραγματεύομαι
to negotiate, typically over the price of goods or services
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
haggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
haggles
ενεστώτα μετοχή
haggling
απλός αόριστος
haggled
παθητική μετοχή
haggled
Παραδείγματα
I don’t like to haggle; I prefer paying the price listed.
Δεν μου αρέσει να παζαρεύω· προτιμώ να πληρώνω την τιμή που αναγράφεται.
Haggle
01
παζάρεμα, διαπραγμάτευση
an instance of negotiating the terms or price of a purchase
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
haggles
Παραδείγματα
A quick haggle can save a surprising amount of money.
Μια γρήγορη παζάρεμα μπορεί να εξοικονομήσει ένα εκπληκτικό ποσό χρημάτων.
Λεξικό Δέντρο
haggler
haggling
haggle



























