Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to haggle
01
παζαρεύω, διαπραγματεύομαι
to negotiate, typically over the price of goods or services
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
haggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
haggles
ενεστώτα μετοχή
haggling
απλός αόριστος
haggled
παθητική μετοχή
haggled
Παραδείγματα
The customer skillfully haggled with the car salesperson, eventually securing a more favorable deal on the vehicle.
Ο πελάτης παζάρευσε επιδέξια με τον πωλητή αυτοκινήτων, εξασφαλίζοντας τελικά μια πιο ευνοϊκή συμφωνία για το όχημα.
Haggle
01
παζάρεμα, διαπραγμάτευση
an instance of negotiating the terms or price of a purchase
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
haggles
Παραδείγματα
Tourists often enjoy a haggle at local bazaars.
Οι τουρίστες συχνά απολαμβάνουν μια παζάρεμα στα τοπικά παζάρια.
Λεξικό Δέντρο
haggler
haggling
haggle



























