to haggle
ha
ˈhæ
ggle
gəl
gēl
higgle

Ορισμός και σημασία του "haggle"στα αγγλικά

to haggle
01

παζαρεύω, διαπραγματεύομαι

to negotiate, typically over the price of goods or services 
Intransitive
to haggle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
haggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
haggles
ενεστώτα μετοχή
haggling
απλός αόριστος
haggled
παθητική μετοχή
haggled
Παραδείγματα
I don’t like to haggle; I prefer paying the price listed. 

Δεν μου αρέσει να παζαρεύω· προτιμώ να πληρώνω την τιμή που αναγράφεται.

01

παζάρεμα, διαπραγμάτευση

an instance of negotiating the terms or price of a purchase 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
haggles
Παραδείγματα
A quick haggle can save a surprising amount of money. 

Μια γρήγορη παζάρεμα μπορεί να εξοικονομήσει ένα εκπληκτικό ποσό χρημάτων.

Λεξικό Δέντρο

haggler
haggling
haggle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store