to haggle
Pronunciation
/ˈhæɡəɫ/

Ορισμός και σημασία του "haggle"στα αγγλικά

to haggle
01

παζαρεύω, διαπραγματεύομαι

to negotiate, typically over the price of goods or services
Intransitive
to haggle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
haggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
haggles
ενεστώτα μετοχή
haggling
απλός αόριστος
haggled
παθητική μετοχή
haggled
Παραδείγματα
The customer skillfully haggled with the car salesperson, eventually securing a more favorable deal on the vehicle.
Ο πελάτης παζάρευσε επιδέξια με τον πωλητή αυτοκινήτων, εξασφαλίζοντας τελικά μια πιο ευνοϊκή συμφωνία για το όχημα.
01

παζάρεμα, διαπραγμάτευση

an instance of negotiating the terms or price of a purchase
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
haggles
Παραδείγματα
Tourists often enjoy a haggle at local bazaars.
Οι τουρίστες συχνά απολαμβάνουν μια παζάρεμα στα τοπικά παζάρια.

Λεξικό Δέντρο

haggler
haggling
haggle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store