Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
antisocial
01
αντικοινωνικός, ακοινώνητος
not wanting the company of others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most antisocial
συγκριτικός βαθμός
more antisocial
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, personality, society
Παραδείγματα
She seemed antisocial at the party, standing by the wall and answering only when spoken to.
Φαινόταν αντικοινωνική στο πάρτι, στέκοντας δίπλα στον τοίχο και απαντώντας μόνο όταν της μιλούσαν.
02
αντικοινωνικός, ακοινώνητος
hostile toward accepted social standards, laws, or communal order
Παραδείγματα
The vandals' antisocial behavior damaged several storefronts and alarmed nearby residents.
Η αντικοινωνική συμπεριφορά των βανδάλων υπέβαλε σε ζημιά αρκετές βιτρίνες και ανησύχησε τους γειτονικούς κατοίκους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
antisocial
social
soc



























