Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
antisemitic
01
αντισημιτικός, εβραιοφοβικός
relating to attitudes, actions, or beliefs that discriminate against or show hostility towards Jewish people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most antisemitic
συγκριτικός βαθμός
more antisemitic
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
prejudice, society, history
Παραδείγματα
The rise of antisemitic propaganda in Europe during the 1930s fueled hatred and persecution against Jewish communities.
Η άνοδος της αντισημιτικής προπαγάνδας στην Ευρώπη κατά τη δεκαετία του 1930 τροφοδότησε το μίσος και τη διωγμό εναντίον των εβραϊκών κοινοτήτων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
antisemitic
antisemit



























