habitant
ha
ˈhæ
hā
bi
bɪ
bi
tant
tənt
tēnt
habitat

Ορισμός και σημασία του "habitant"στα αγγλικά

01

κάτοικος

an individual who lives permanently or temporarily within a particular environment 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
habitants
Παραδείγματα
The rural town was home to many long-time habitants who had lived there for generations. 

Η αγροτική πόλη ήταν το σπίτι πολλών παλιών κατοίκων που είχαν ζήσει εκεί για γενιές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store