Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gynecologist
01
γυναικολόγος, ιατρός ειδικευμένος στη γυναικολογία
a physician or surgeon specializing in gynecology
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gynecologists
Λεξικό Δέντρο
gynecologist
gynecology
gyneco



























