Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gym mat
01
χαλάκι γυμναστικής, στρώμα γυμναστικής
sports equipment consisting of a piece of thick padding on the floor for gymnastic sports
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gym mats



























