gunrunning
gun
ˈgʌn
gan
ru
nning
nɪng
ning
/ɡˈʌnɹʌnɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "gunrunning"στα αγγλικά

01

λαθρεμπόριο όπλων, παράνομη εμπορία όπλων

the illegal smuggling or trading of guns and ammunition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
International agencies coordinated to stop gunrunning networks supplying weapons to conflict zones.
Οι διεθνείς υπηρεσίες συντονίστηκαν για να σταματήσουν τα δίκτυα εμπορίας όπλων που προμηθεύουν όπλα σε ζώνες συγκρούσεων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store