gunrunning
gun
ˈgʌn
gan
ru
ˌrʌ
ra
nning
nɪng
ning

Ορισμός και σημασία του "gunrunning"στα αγγλικά

01

λαθρεμπόριο όπλων, παράνομη εμπορία όπλων

the illegal smuggling or trading of guns and ammunition 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He was arrested for gunrunning. 

Συνελήφθη για λαθρεμπόριο όπλων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store