Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gunner
01
πυροβολητής, κανονιέρης
a member of an armed force who is specifically trained to fire large guns
Παραδείγματα
Gunners in the tank unit trained rigorously to maintain proficiency in operating their weapons systems.
Οι πυροβολητές της μονάδας τανκ εκπαιδεύτηκαν αυστηρά για να διατηρήσουν την επάρκεια στη λειτουργία των συστημάτων όπλων τους.
02
επιθετικός ανταγωνιστής, φιλόδοξος φοιτητής
someone who's aggressively competitive, especially in school or sports
Παραδείγματα
The class gunner sat front row with his hand up again.
Ο gunner της τάξης καθόταν πρώτη σειρά με το χέρι του ψηλά ξανά.
Λεξικό Δέντρο
gunner
gun



























