Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gun down
[phrase form: gun]
01
καταρρίπτω, πυροβολώ
to seriously injure or kill a person by shooting them, particularly someone who is defenseless
Transitive: to gun down sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
gun
ενεστώτας
gun down
γ΄ ενικό πρόσωπο
guns down
ενεστώτα μετοχή
gunning down
απλός αόριστος
gunned down
παθητική μετοχή
gunned down
Παραδείγματα
The sniper had a clear shot and gunned down the enemy soldier.
Ο ελεύθερος σκοπευτής είχε ένα σαφές πλάνο και πυροβόλησε τον εχθρό στρατιώτη.



























