gumption
gump
ˈgʌmp
gamp
tion
ʃən
shēn
resumptionassumptionconsumptionpresumption

Ορισμός και σημασία του "gumption"στα αγγλικά

01

πρωτοβουλία, αποφασιστικότητα

the determination and resourcefulness to engage in a difficult task 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

η κοινή λογική, η πρωτοβουλία

the ability to think sensibly and reasonably and decide what should be done 
Παραδείγματα
Her gumption allowed her to navigate the complex negotiations with ease. 

Η ευστροφία της της επέτρεψε να πλοηγηθεί με ευκολία στις πολύπλοκες διαπραγματεύσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store