Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gumption
01
πρωτοβουλία, αποφασιστικότητα
the determination and resourcefulness to engage in a difficult task
02
η κοινή λογική, η πρωτοβουλία
the ability to think sensibly and reasonably and decide what should be done
Παραδείγματα
The manager valued employees with the gumption to make sensible decisions on their own.
Ο μάνατζερ εκτιμούσε τους εργαζόμενους με την ευστροφία να παίρνουν λογικές αποφάσεις μόνοι τους.



























