gumdrop
gum
ˈgʌm
gam
drop
drɒp
drop

Ορισμός και σημασία του "gumdrop"στα αγγλικά

01

ζαχαρωτό ζελέ, μικρό γλυκό από ζελέ

a small sweet made of jelly 
gumdrop definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gumdrops

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gumdrop

gum

+

drop

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store